Τελευταία

Big Bang και διαλεκτικός υλισμός

Ένα θέμα που απασχολεί πολύ κόσμο όλα τα χρόνια, είναι το πώς έγινε ο κόσμος μας. Φυσικά στις παλιότερες συντηρητικές κοινωνίες αλλά και σήμερα ακόμα, ένα πολύ μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας πιστεύει ότι τον κόσμο, το σύμπαν, τα πάντα δηλαδή τα έφτιαξε ένας θεός, ή τελωσπάντων μια οντότητα με βούληση κλπ.

Αυτή όπως καταλαβαίνουμε είναι η ιδεαλιστική άποψη και είναι η πιο διαδεδομένη στον κόσμο. Ακόμα κι άνθρωποι που δεν έχουν καμμιά σχέση με θρησκεία, δεν πηγαίνουν στις εκκλησίες και τα τζαμιά, δεν προσεύχονται, ακόμα-ακόμα δεν πιστεύουν ότι ο θεός ή θεοί παρεμβαίνουν με κάποιο τρόπο στον κόσμο και όλα κινούνται με τους νόμους της φύσης, στο πιο μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα “πώς έγινε ο κόσμος”, οι περισσότεροι άνθρωποι συμφωνούν ότι φτιάχτηκε από “κάτι”. Κι αυτό το κάτι, για να πάρει απόφαση να φτιάξει ένα σύμπαν ολόκληρο, είχε κάποιον λόγο, είχε (και έχει) μια συνείδηση.

Πράγματι, αν ακολουθήσουμε με το μυαλό μας την αιτία κάθε πράγματος και φτάσουμε πολύ-πολύ πίσω στο χρόνο θα διαπιστώσουμε ότι κάπου σταματάει η σκέψη μας. Πέρα απ’ αυτό το όριο, επειδή δεν μπορούμε να σκεφτούμε παραπάνω, λογικό είναι να λέμε ότι υπερβαίνει την αντίληψή μας το ερώτημα της δημιουργίας, οπότε κάτι ανώτερο απ’ τη σκέψη μας γέννησε το σύμπαν.

Η πιο διαδεδομένη επιστημονική θεωρία για τη γένεση του σύμπαντος, σχεδόν όλοι την ξέρουν, είναι αυτή του big bang, της μεγάλης έκρηξης. Η θεωρία αυτή, που έχει μερικές παραλλαγές, λέει χοντρικά ότι όλη η ύλη που υπάρχει στο σύμπαν, όλα τα άστρα, όλοι οι γαλαξίες ήταν κάποτε συγκεντρωμένη σ’ ένα μικρούτσικο σημείο, οπότε φανταστείτε πόσο τεράστια πυκνότητα είχε αυτή η κουκίδα, και κάποια στιγμή “εξερράγη”, σκορπίστηκε όλη η ύλη παντού κι έτσι έγινε το σύμπαν.

Αυτό το σκόρπισμα της ύλης διαρκεί μέχρι και σήμερα. Με παρατηρήσεις που κάνουν οι αστρονόμοι διαπιστώνουν ότι οι γαλαξίες απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον, δηλαδή όσο πάει η πυκνότητα του σύμπαντος μικραίνει, αραιώνει η ύλη. Οπότε, ακολουθώντας αυτή τη πορεία αντίστροφα στο χρόνο καταλήγουμε σ’ ένα τόσο δα μικρούτσικο σημείο με ασύλληπτα μεγάλη πυκνότητα. Κι αυτό το σημείο από που προήλθε όμως; Πολύ λογική ερώτηση.

Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσουμε ένα-δυο πράματα να το καταλάβουμε καλύτερα. Λέμε η ύλη απ’ αυτή την έκρηξη σκορπίστηκε παντού. Αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό όμως, γιατί είναι σα να λέμε ότι υπήρχε κάποιος χώρος πιο πριν, το κενό ας πούμε. Αυτό το κενό πώς έγινε; και σε πιο σημείο του τεράστιου αυτού κενού βρισκόταν αυτή η πυκνή κουκίδα;

Η απάντηση σ’ αυτό είναι ότι όχι, δεν μπορούσε να υπάρχει κανένας χώρος, δεν μπορούσε να υπάρχει τίποτα! Η ύλη δεν περιέχεται μέσα σε κάποιο χώρο, η ίδια φτιάχνει το χώρο και τις διαστάσεις του. Λίγο δύσκολο να το χωνέψουμε στην αρχή. Αυτό, αλλα για σκεφτείτε: Αν πούμε ότι η ύλη σκορπίστηκε σε κάποιο χώρο, σημαίνει ότι αυτός ο κάποιος χώρος είχε οριστεί από πριν για να χωρέσει την ύλη. Ποιος έφτιαξε αυτόν τον χώρο; πάλι φαύλος κύκλος που καταλήγει σε κάποια θεία βούληση.

Επιπλέον, τι ερέθισμα δόθηκε σ’ αυτή την κουκίδα με τη πυκνή ύλη ξαφνικά να εκραγεί; πριν δηλαδή η κουκίδα αυτή ήταν ακίνητη; κι αν δεν ήταν τι ήταν; τρίτος φαύλος κύκλος ερωτημάτων. Όλ’ αυτά μας οδηγούν σε μια απλή σχετικά, αλλά τελείως εμπειρική παραδοχή: ότι όσο πίσω στο χρόνο και να πάμε, αρχή του χρόνου, άρα και του σύμπαντος δεν θα βρούμε. Μήπως τελικά το σύμπαν υπήρχε από πάντα;

Max Planck

Ένας Γερμανός φυσικός, ο Max Planck κάποτε έκατσε και υπολόγισε πόσο μικρή μπορεί να ήταν αυτή η κουκίδα. Κι έτσι έβγαλε την περίφημη κλίμακα Planck. Σύμφωνα μ’ αυτή την κλίμακα, ο Planck έλεγε ότι όταν αυτή η κουκίδα είχε διάμετρο ένα πολύ πολύ μικρούτσικο κλάσμα του εκατοστού, κι όταν το σύμπαν είχε “ηλικία” σα να λέμε, ένα πολύ πολύ μικρούτσικο κλάσμα του δευτερολέπτου, πρίν απ’ αυτό δεν μπορούμε να ξέρουμε τι έγινε γιατί η ύλη, σ’ αυτή την τεράστια πυκνότητα παύει να έχει τις ιδιότητες που ξέρουμε, καταρρέουν όπως έλεγε οι νόμοι της φύσης. Δηλαδή, με τους νόμους της φύσης που ισχύουν και μπορούμε να περιγράψουμε, δεν μπορούμε να δούμε με τίποτα αν υπήρξε ποτέ χρονική στιγμή μηδέν. Αυτό από πρώτη άποψη είναι αγνωστικισμός: Όταν λες “δεν μπορώ να ξέρω” ουσιαστικά βάζεις όρια στις γνώσεις σου. Βεβαίως, σ ‘αυτό το σημείο της ανθρώπινης σκέψης που δύσκολα η επιστήμη ξεχωρίζει απ’ την φιλοσοφία, οι γνώσεις μας όντως φτάνουν στα όριά τους γιατί είμαστε στα όρια των πάντων, του σύμπαντος δηλαδή.

Στο υλισμό λέμε ότι η ύλη υπήρχε και θα υπάρχει για πάντα. Όχι γιατί την θεοποιούμε, αλλά γιατί δεν έχει νόημα το ερώτημα ότι “κάτι” την έφτιαξε την ύλη, γιατί πάλι θα αναγκαστούμε να ρωτήσουμε: και τί ή ποιος έφτιαξε αυτό το “κάτι”; Δεν έχει νόημα να μπαίνουμε σ’ ένα τέτοιον φαύλο κύκλο προσπαθώντας να φτάσουμε σε μια αρχική αιτία των πραγμάτων, είναι σα να κυνηγάμε τη σκιά μας. Όμως η θεωρία του μπιγκ μπανγκ είναι αρκετά τεκμηριωμένη επιστημονικά. Όντως το σύμπαν διαστέλλεται (για την ώρα), άρα ξεκίνησε από ένα μικρό σημείο πολύ πολύ παλιά (οι υπολογισμοί λενε ότι η στιγμή της μεγάλης έκρηξης ήταν πάνω κάτω πριν από 15 δισεκατομύρια χρόνια!). Οι διάφορες μορφές που μπορεί να έχει το σύμπαν π.χ λένε ότι μπορεί να είναι άπειρο σε μέγεθος, αλλά μπορεί να είναι και πεπερασμένο, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη ποσότητα ύλης, ήδη εμπλουτίζονται με νέα στοιχεία, όπως π.χ ότι μπορεί να υπάρχουν “παράλληλα” σύμπαντα, σαν φυσσαλίδες που βγαίνουν απ’ το δικό μας, ή κι εμείς να είμαστε μια φυσσαλίδα που βγαίνουμε απ’ αλλού. Συνεχώς βλέπουμε νέα επιστημονικά δεδομένα να μακραίνουν τα όρια της ύλης.

Η διαλεκτική όπως είδαμε μας λέει ότι από τη σύγκρουση δυο αντιθέτων βγαίνει κάτι καινούριο κι αυτό ισχύει παντού. Και μάλιστα μας λέει ότι το καινούριο που βγαίνει μέσα απ’ το παλιό, τελικά συγκρούεται μαζί του, επικρατεί μέχρι που το ίδιο να παλιώσει και να γεννήσει κάτι καινούριο πάλι που θα το αντικαταστήσει.

Αυτά που έλεγε ο Planck δεν συγκρούονται μ’ αυτή τη διαλεκτική αρχή. Το σύμπαν πάντα υπήρχε απλά, πριν απ’ τη λεγόμενη κλίμακα Planck είχε πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα και διεπόταν από άλλους νόμους. Είναι λάθος να πούμε ότι ήταν “μικρότερο σε μέγεθος” απ’ ότι σήμερα καθώς η έννοια του μεγέθους σε κάτι που περιέχει όλα τα μεγέθη είναι ουσιαστικά άχρηστη. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να συγκριθεί από άποψη μεγέθους το σύμπαν: το λέει κι η λέξη είναι το συν-παν, τα πάντα όλα δηλαδή, ό,τι υπήρξε και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα. Δεν υπάρχει κάτι άλλο έξω απ’ αυτό να το συγκρίνεις σε μέγεθος. Η ύλη στην κλίμακα Planck ήρθε σε μια πολύ κρίσιμη φάση όπου οι αντικρουόμενες δυνάμεις συγκρούστηκαν, έγινε μια μεγάλη αλλαγή, ένα διαλεκτικό άλμα όπως λέμε και το σύμπαν πέρασε σε μια νέα ποιότητα. Έγινε το σύμπαν με τους φυσικούς νόμους που ξέρουμε σήμερα. Πώς θα εξελιχτεί στο μέλλον; θα συνεχίσει να διαστέλλεται επ’ άπειρον; ή μήπως κάποια στιγμή θα αρχίσει να ξαναμαζεύεται, να συστέλλεται και να ξαναεκραγεί πάλι κ.ο.κ.; (αυτό το ονομάζουμε παλλόμενο σύμπαν).

Δεν ξέρουμε ακόμα, δεν έχουμε αρκετή γνώση πάνω στην ύλη για να προβλέψουμε πώς θα εξελιχτεί το σύμπαν. Ωστόσο, κι εδώ η διαλεκτική, η απότομη μετάβαση από μια κατάσταση σε μια άλλη, η μεταβολή από τούτο σ’ εκείνο, ισχύει κι εδώ. Αυτή η απλή σχετικά εξήγηση, δεν χρειάζεται θεούς και εξωυλικές οντότητες για εξηγήσει με επάρκεια την ιστορία και την εξέλιξη του σύμπαντος και των φυσικών νόμων. Στην επιστήμη λένε ότι, όταν για ένα πρόβλημα υπάρχουν περισσότερες από μια λύσεις, η πιο απλή είναι και η πιο σωστή (ξυράφι του Όκκαμ τη λένε αυτή την αρχή). Γιατί; γιατί η φύση, η ύλη πάντα επιλέγει την πιο απλή διαδρομή, όπως το νερό που σχηματίζει το ρυάκι.  

Τι είναι η ψυχή

Η έννοια “ψυχή” είναι μια καθαρά ιδεαλιστική έννοια, η οποία όμως έχει ριζώσει πολύ καλά μέσα στη συνείδηση των ανθρώπων στο σήμερα. Μπορεί κάποιος να πειστεί ότι δεν υπάρχουν θεοί, αλλά πιο δύσκολα πείθεται ότι δεν υπάρχει αυτό που λέμε “ψυχή”. Γιατί συμβαίνει αυτό άραγε;

Η ψυχή κατ’ αρχήν, έτσι όπως την καταλαβαίνει ο περισσότερος απλός κόσμος που ακολουθεί κάποια θρησκεία, είναι κάτι λίγο-πολύ παρόμοιο με το πνεύμα. Όπως χωρίζουμε τον άνθρωπο σε σώμα και πνεύμα, έτσι λέμε και σώμα και ψυχή. Βλέπουμε λοιπόν μια πρώτη εξήγηση του χωρισμού του ανθρώπου στο υλικό – φθαρτό σώμα και στην άυλη και αιώνια ψυχή. Η ψυχή είναι εκείνο το μέρος του ανθρώπου που μένει ακόμα κι όταν ο άνθρωπος πεθάνει βιολογικά. Εδώ βλέπουμε έναν υποσυνείδητο φόβο που έχει ο άνθρωπος μπροστά στο θάνατο, η καλύτερα μπροστά στην ανυπαρξία. Σκεφτείτε το λίγο, η σκέψη ότι θα πεθάνουμε αλλά κατά κάποιο τρόπο η “ενέργεια” αυτή που μας κινητοποιεί θα συνεχίσει να υπάρχει, θα απεγκλωβιστεί απ’ το σώμα που ήταν “παγιδευμένη” και θα πετάξει, ενδεχομένως σε κάποιο άυλο μεταθανάτιο τόπο (παράδεισος, κόλαση), ή μπορει να περιφέρεται σ’ αυτόν τον κόσμο απλά βλέποντας, παρατηρώντας το τι γίνεται, χωρίς να μπορεί να παρέμβει στα πράγματα. Αν φανταστούμε τον εαυτό μας μόνο σαν “ψυχή”, χωρίς το σώμα, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της εικόνας είναι ότι θα μπορούμε να βλέπουμε, να ακούμε αλλά θα είμαστε απαλλαγμένοι από άλλες ιδιότητες του σώματός μας: δεν θα νιώθουμε πόνο, θα πετάμε, δεν θα κρυώνουμε ή ζεσταινόμαστε, δεν θα είμαστε όμορφοι ή άσχημοι κλπ. Αυτό είναι στην ουσία μια ιδανική κατάσταση του εαυτού μας, ο τέλειος εαυτός μας, ή αλλιώς ο εαυτός μας χωρίς προσωπικότητα.

Γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ την ανυπαρξία; διότι όλα όσα γνωρίζουμε για τον κόσμο έρχονται από τις δυο πιο χαρακτηριστικές αισθήσεις του “τέλειου” εαυτού μας, της όρασης και της ακοής. Βλέπουμε τον κόσμο, διαβάζουμε, ακούμε ομιλίες, ήχους, μουσική. Έτσι καταλαβαίνουμε τον κόσμο και η σκέψη ότι κάποια μέρα θα πάψουμε να αισθανόμαστε, να καταλαβαίνουμε και ότι θα είμαστε μέσα σε έναν ύπνο δίχως όνειρα, χωρίς αίσθηση του χώρου και του χρόνου μας τρομάζει. Οι αισθήσεις μας μας κρατάνε σε επαφή με την ύπαρξη τη δική μας και των άλλων πραγμάτων γύρω μας.

Η όραση περισσότερο, η ακοή λιγότερο και η όσφρηση ακόμα λιγότερο λειτουργούν από μόνες τους εφόσον τα μάτια μας στον ξύπνο είναι ανοιχτά, τα αυτιά μας και η μύτη μας είναι διαρκώς ανοιχτά και δέχονται ερεθίσματα συνεχώς, χωρίς να καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια. Η αφή από την άλλη όμως, χρειάζεται μεγαλύτερη συνειδητή προσπάθεια, να πιάσουμε, να αγγίξουμε, να ψηλαφίσουμε κάτι για να το καταλάβουμε καλύτερα. Η αφή είναι η κατεξοχήν αίσθηση της εργασίας, που τα πρώτα χρόνια του ανθρώπου ήταν μόνο χειρωνακτική. Ας πούμε ότι ο βαθμός “υλικότητας” της αφής είναι πιο μεγάλος από τις άλλες. Γι αυτό όταν θέλουμε να πούμε κάτι το οποίο είναι αναμφισβήτητο, λέμε ότι είναι “χειροπιαστό”, επειδή η αφή είναι η απόλυτη απόδειξη ότι κάτι υπάρχει πραγματικά, ενώ τα μάτια και τ’ αυτιά μας μπορεί να μας ξεγελάνε.

Την ψυχή την τοποθετούμε ασυναίσθητα, κάπου μέσα στο σώμα μας και κυρίως μέσα στο στήθος. Όταν αναφερόμαστε στην ψυχή μας ακουμπάμε συνήθως το στήθος μας κάτι που μας οδηγεί στο να τη θεωρούμε κάτι κοντινό με την αφηρημένη σημασία της “καρδιάς”, όχι του οργάνου του σώματός μας που χτυπάει, αλλά ως το μέρος του σώματός μας όπου είναι αποθηκευμένα τα συναισθήματά μας: χαρά, λύπη, θυμός, γαλήνη και άλλα. Τα συναισθήματά μας έχουν επίσης πολύ ισχυρή επίδραση επάνω μας, διότι τα αισθανόμαστε χωρίς προσπάθεια, σε αντίθεση με το λογικό μυαλό, το οποίο το χρησιμοποιούμε συνειδητά για να εξετάσουμε ένα ζήτημα λογικά, με το μυαλό μας.

Στον τέλειο, τον ιδανικό εαυτό μας, την “ψυχή” που αιωρείται, όλα τα συναισθήματά μας πιστεύουμε ότι τα έχουμε ακριβώς όπως και στο σώμα μας. Γνωρίζουμε φυσικά από τη βιολογία και την ιατρική ότι τα “συναισθήματα” είναι καθαρά οργανικές καταστάσεις που έχουν να κάνουν με την αντίδραση του οργανισμού μας σε εξωτερικά ερεθίσματα. Η χαρά, η αγάπη, η απόλαυση, τα θετικά συναισθήματα γενικά προκαλούνται όταν τα εξωτερικά ερεθίσματα προάγουν την υγεία, δηλαδή την καλή λειτουργία του σώματός μας. Το μίσος, η οργή, η λύπη προκαλούνται επειδή συμβαίνουν καταστάσεις που καταπονούν το σώμα μας και την υγεία μας (και εννοούμε και την ψυχολογική).

Η ψυχή με λίγα λόγια λοιπόν είναι τα συναισθήματά μας και οι “ανώτερες” αισθήσεις μας χωρίς το σώμα. Δεν μπορούν όμως να υπάρξουν από μόνες τους οι αισθήσεις και τα συναισθήματα, χρειάζονται το σώμα για να εκδηλωθούν.

Μια κάπως πιο θεολογική άποψη που υπάρχει περισσότερο στις θρησκείες της Ασίας (Ινδουισμός, Βουδισμός, Τζαϊνισμός) υποστηρίζει ότι η ψυχή κάθε ανθρώπου είναι ένα κομματάκι του υπέρτατου θεού, όλοι δηλαδή είμαστε καμωμένοι από θεό κι όταν πεθάνουμε, ξαναενωνόμαστε με την αρχική μας ουσία. Μια πιο προχωρημένη ακόμα άποψη είναι ότι η ψυχή του κάθε ατόμου είναι ένα μικρό τμήμα μιας “παγκόσμιας” ψυχής, ενός παγκόσμιου πνεύματος όπως αυτό που περιέγραφε ο Χέγκελ, και μετά το θάνατό μας επιστρέφει εκεί.

Τελευταία, η εξέλιξη αυτής της άποψης είναι μια “ντροπαλή” υλιστική ερμηνεία. Ότι δηλαδή η ψυχή είναι ένα κομμάτι της ενέργειας του σύμπαντος, της ενέργειας που κρατάει τον άνθρωπο ζωντανό. Όταν αυτή η ενέργεια εξασθενίσει πολύ (μετατραπεί δηλαδή σε θερμότητα που είναι η πιο απλή μορφή ενέργειας που υπάρχει και δεν μπορεί να αλλάξει και να γίνει κάτι άλλο) ο άνθρωπος πεθαίνει. Η ψυχή εδώ δηλαδή εμφανίζεται σαν ένα κομμάτι της ενέργειας του σύμπαντος.

Ακόμα κι αυτή η τελευταία προσέγγιση της ψυχής, δεν μας εξηγεί γιατί στην ιστορική του πορεία ο άνθρωπος “χώρισε” τον εαυτό του σε σώμα και ψυχή; Από διαλεκτική υλιστική άποψη, τι εξήγηση μπορούμε να δώσουμε;

Μια και είδαμε ότι η ψυχή συνδέεται σαν έννοια σε όλες τις περιπτώσεις με το θεό, άρα και τη θρησκεία, αρκεί να καταλάβουμε το μηχανισμό δημιουργίας της θρησκείας.

Τα πρώτα χρόνια του ανθρώπου δεν υπήρχαν θρησκείες αλλά προ-θρησκευτικές συμπεριφορές. Ο σοφός άντρας της φυλής, που κατείχε τη γνώση που εξασφάλιζε επιβίωση στη φυλή, ήταν και ο “πνευματικός” ας πούμε αρχηγός, ο “σοφός”, ο “πρεσβύτερος”. Πράγμα πολύ λογικό αφού σαν παλιότερος, είχαν δει πολλά τα μάτια του. Αυτός κατείχε και τη γνώση π.χ των εποχών, του χρόνου καρποφορίας των δέντρων, ή την εποχή που το κυνήγι αφθονούσε κλπ. Τη γνώση αυτή την αποκτούσε πολύ λογικά, παρατηρώντας τη φύση. Η γνώση αυτή του έδινε ισχύ και εξουσία, και την περνούσε στα παιδιά του, κληροδοτώντας έτσι την ισχύ και την εξουσία κι έτσι εξηγείται η κληρονομικότητα στους μεταγενέστερους αυτοκράτορες και βασιλιάδες.

Όταν πέθαινε ο σοφός, οι υπόλοιποι της φυλής του έβρισκαν τρόπους για να “προσπεράσουν” το τραγικό γεγονός του θανάτου του, θεωρούσαν ότι οι σκέψεις του μεταφέρονταν στο ραβδί που κρατούσε, ή στο σκυλί που τον ακολουθούσε, ή στο δέντρο στη σκιά του οποίου καθόταν. Η φυλή του έτεινε να λατρεύει τα αντικείμενα αυτά κι αυτό ονομάζεται “τοτεμισμός”, “τοτέμ” είναι το “ιερό” αντικείμενο που συνδέεται με τον σοφό. Επίσης απέφευγαν π.χ να σκοτώσουν το σκυλί που ακολουθούσε το σοφό, ή να κόψουν τους καρπούς από το δέντρο στου οποίου τη ρίζα καθόταν ο σοφός (κατάλοιπο αυτής της συμπεριφοράς είναι κι ο μύθος του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού, απ’ το οποίο δεν έπρεπε να φανε οι πρωτόπλαστοι) από φόβο μη χαθούν αυτές οι ιδιότητες του αρχηγού. Αυτό ονομάζεται “ταμπού”.

Με απλά λόγια, οι πρώτοι άνθρωποι λάτρευαν τον αρχηγό τους όσο ζούσε επειδή είχε τη γνώση και έλεγχε τις παραγωγικές δυνάμεις της τότε πρωτόγονης κοινωνίας, αλλά τον λάτρευαν και μετά τον θάνατό του. Κι επειδή δεν υπήρχε πια η φυσική του παρουσία, λάτρευαν τα αντικείμενα που σχετιζόταν μ’ αυτόν. Η “ψυχή” του, οι σκέψεις του και η σοφία του δηλαδή, εξακολουθούσαν να υπάρχουν και μεταφέρονταν απ’ το σώμα στα αντικείμενα. Η προ-θρησκευτική αυτή συμπεριφορά ονομάζεται ανιμισμός, η οποία σε βάθος χρόνου γινόταν και προγονολατρεία.

Ένα επιπλέον στοιχείο που κάνει πιο έντονο το φόβο του θανάτου είναι η αποκρουστική εικόνα του πεθαμένου ανθρώπου. Ο νεκρός που σαπίζει και αλλοιώνεται τελείως η εικόνα του προκαλούσαν την αηδία, την αποστροφή προς το θάνατο. Γι αυτό και τους έθαβαν τους πεθαμένους, για να αποφύγουν την εικόνα αυτή που τους έκανε να νιώσουν όχι μόνο ανασφάλεια για την απώλεια του ανθρώπου που εμπιστεύονταν και σέβονταν σαν αρχηγό, αλλά και για να μην τους θυμίζει τη δική τους μοίρα.

Η “ψυχή” λοιπόν σαν έννοια, δημιουργήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου διατηρήσει τη γνώση και τη σοφία, που τότε άρχισαν να γίνονται εργαλεία επιβίωσης.

Σήμερα που αναπτύχτηκε τόσο πολύ η παραγωγή και οι παραγωγικές μέθοδοι, η ανθρωπότητα συνολικά τείνει να ξεπεράσει αυτές τις αντιλήψεις. Ωστόσο, το πιο βασικό στοιχείο που γεννά και συντηρεί τέτοιες ιδεαλιστικές αντιλήψεις, έτσι όπως εξερευνήσαμε την έννοια ιστορικά, είναι οι εκμεταλλευτικές σχέσεις, ότι δηλαδή ο χωρισμός των ανθρώπων σε τάξεις με βάση το τι έχει ο καθένας στην ιδιοκτησία του, αντανακλάται αναγκαστικά και στον τρόπο σκέψης του αλλά και το πώς ερμηνεύει τον κόσμο. Εκεί οφείλεται και η ύπαρξη αυτών των εννοιών, θεός, ψυχή, πνεύμα.

Το άρθρο αυτό γράφτηκε με αφορμή τον παρακάτω σύνδεσμο:

http://takseis-ithikh.blogspot.com/2011/04/blog-post.html

Η φύση, η κοινωνία και η νόηση

Εδώ θα δώσουμε έναν τελικό ορισμό. Διαλεκτικός υλισμός είναι η μελέτη των νόμων που διέπουν τη φύση, την κοινωνία και τη νόηση. Γιατί όμως λέμε αυτά τα τρία πεδία; δεν μας αρκούν μόνο η φύση και η νόηση, ο φυσικός κόσμος και το μυαλό μας; η κοινωνία των ανθρώπων κι αυτή μέσα στη φύση δεν είναι; δεν κινείται από τους ίδιους φυσικούς νόμους που ορίζουν τη ζωή και τη συμπεριφορά όλων των άλλων ζώων;

Θα τα εξηγήσουμε ένα-ένα. Η μελέτη της φύσης είναι το πιο κατανοητό και το πιο λογικό από τα τρία. Ο άνθρωπος στα πρώτα βήματά του στη γη, καθώς εξελισσόταν επί χιλιάδες χρόνια, το μόνο πράγμα που αντιλαμβανόταν με τις αισθήσεις του ήταν η φύση. Η βροχές, τα χιόνια, ο ήλιος, το σκοτάδι της νύχτας, ολ’ αυτά στοιχεία της φύσης είναι και έπρεπε τότε να τα αντιμετωπίσει. Επίσης την τροφή του την παίρνει έτοιμη από τη φύση κι έπρεπε να ψάξει να τη βρει, να την κυνηγήσει για να μην πεθάνει της πείνας. Το ισχυρότερο κίνητρο για τον άνθρωπο, όπως και για όλα τα ζώα, είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, η πείνα, η δίψα και η αναπαραγωγή του είδους.

Ο άνθρωπος όμως είχε ένα προσόν που δεν είχαν άλλα ζώα: τη σωματική του κατασκευή. Λένε οι επιστήμονες ότι, όταν ακόμα ήταν πιθηκοειδές και χρησιμοποιούσε και τα τέσσερα άκρα του για να περπατήσει, κάποια στιγμή αναγκάστηκε να σταθεί στα δυο πόδια του γιατί έτσι πιο εύκολα μπορούσε να καλύψει μεγάλες αποστάσεις για να αναζητήσει τροφή. Στις μεγάλες στέπες της Αφρικής, όπου οι αποστάσεις ήταν μεγάλες και οι καρποί στα δέντρα δεν φύτρωναν συχνά, έπρεπε να περπατήσει πολλά χιλιόμετρα για να βρει αλλού καρπούς, αλλά και για να βρει νερό. Έτσι προσάρμοσε σιγά-σιγά το σώμα του με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να τρέχει και να κινείται πιο γρήγορα. Αυτή η αλλαγή φυσικά δεν έγινε απ’ τη μια μέρα στην άλλη, πέρασαν χιλιάδες χρόνια για να τελειοποιηθεί.

Μπορεί και να υπήρχαν είδη πιθηκοειδών που δεν κατάφερναν να καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις και να εξαφανίστηκαν με τα χρόνια καθώς δεν θα μπορούσαν να τραφούν. Υπήρχαν κι άλλα είδη που προσαρμόστηκε το πεπτικό τους σύστημα, να τρώνε φύλλα και χορτάρια δηλαδή και να φτάσαν ως τις μέρες μας σαν διάφορα είδη πιθήκων.

Αφού στάθηκε όρθιος ο πρωτοάνθρωπος, απελευθερώθηκαν τα χέρια του, τα οποία τώρα μπορούσε να χρησιμοποιήσει περισσότερο. Τα χέρια του επίσης, οι παλάμες του είχαν ένα ξεχωριστό ανατομικό χαρακτηριστικό που τον βοήθησαν να επεξεργαστεί καλύτερα τα πράγματα που έπιανε στα χέρια του: τους αντίχειρες. Για να καταλάβετε τη χρησιμότητα του αντίχειρα, απλά σκεφτείτε όλα τα πράγματα που δεν θα μπορούσατε να κάνετε αν δεν είχατε αντίχειρες. Σχεδόν τίποτα. Όλα τα εργαλεία και οι συσκευές που χρησιμοποιούμε, όλες οι χειρωνακτικές δουλείες που κάνουμε χρειάζονται λίγο πολύ τους αντιχειρές μας.

Αφού λοιπόν μπορούσε να ψηλαφίσει, να επεξεργαστεί καλύτερα το χώμα, την πέτρα, το ξύλο, μπόρεσε και να τα κατανοήσει καλύτερα. Δεν ήταν μόνο το μυαλό του. Κι άλλα ζώα είχαν μεγάλο εγκέφαλο, ο εγκέφαλος όμως δυναμώνει και γίνεται πιο λειτουργικός όταν δέχεται και επεξεργάζεται πολλά ερεθίσματα. Η αίσθηση της αφής στον άνθρωπο είναι πολύ αναπτυγμένη αφού μπορεί να το ψηλάφισμα να καταλάβει καλύτερα το υλικό που κρατάει στα χέρια του. Άλλα ζώα δεν μπορούν π.χ. ούτε να κρατήσουν με τα άκρα τους μια πετρούλα.

Βλέπουμε λοιπόν πώς η νόηση και η φύση, το να καταλαβαίνεις τη φύση (ό,τι βλέπεις γύρω σου τελωσπάντων) είναι αλληλένδετα και ο διαλεκτικός υλισμός τα εξετάζει ενιαία. Η κοινωνία όμως;

Σύμφωνα με όλα όσα είπαμε πιο πάνω, βγάζουμε το εξής συμπέρασμα: η επαφή του ανθρώπου με τη φύση για να βρει την τροφή του, να ευκολύνει τη ζωή του κλπ γίνεται μέσω της εργασίας.

Η εργασία είναι η προσπάθεια να ελέγξει ο άνθρωπος τη φύση με τη συνειδητή παρέμβασή του σ’ αυτήν. Απλώνει το χέρι να κόψει τον καρπό. Στη συνέχεια, αφού βλέπει ότι εκεί που πέφτουν οι περίσσιοι καρποί φυτρώνει ένα άλλο δέντρο, παίρνει τον καρπό και τον μεταφυτεύει εδώ κι εκεί σε πολλά σημεία. Κάνει δουλειά δηλαδή, παρεμβαίνει στη φύση.

Βλέπει ότι μια αιχμηρή πέτρα μπαίνει πιο βαθιά στη σάρκα του ζώου. Προσπαθεί συνειδητά λοιπόν να κάνει πιο αιχμηρές τις πέτρες για να σκίζει τη σάρκα ευκολότερα. Τη δένει μάλιστα και στην άκρη ενός ίσιου κλαδιού και μπορεί και το πετάει μακρυά για να σκοτώσει τα πιο ευκίνητα και γρήγορα ζώα. Βελτιώνει δηλαδή τις μεθόδους παραγωγής τροφής.

Όσο περνάν τα χρόνια, οι άνθρωποι για να καλύψουν τις ανάγκες τους καλύτερα, μοιράζουν τις δουλειές: κάποιοι είναι καλοί στο να κυνηγούν, κάποιοι άλλοι στο να σκίζουν τα δέρματα και να φτιάχνουν μ’ αυτά πανωφόρια να μην κρυώνουν. Άλλοι να κουβαλούν νερό, άλλοι να καλλιεργούν τη γη με τα χοντροκομμένα μέσα που φτιάχναν τότε. Άλλοι είναι καλοί στο να φτιάχνουν γιατρικά με βότανα κλπ. Δηλαδή σιγά-σιγά οι άνθρωποι φτιάχνουν κοινωνίες. Κι αυτό γιατί η εργασία τους γίνεται όλο και περισσότερο πιο δύσκολη και περίτεχνη και δεν μπορούν όλοι να τα κάνουν όλα, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο πιο εύκολα επιβιώνουν, όταν μοιράζονται τις δουλειές.

Η κοινωνία είναι η πιο χαρακτηριστική ιδιότητα στη ζωική συμπεριφορά των ανθρώπων. Κάθε καινούριο εργαλείο που φτιάχνεται απ’ τον άνθρωπο, κάθε καινούρια γνώση που προκύπτει και διευκολύνει τη ζωή του, γίνεται επειδή ζει κοινωνικά, αλληλεπιδρά το κάθε άτομο με τα άλλα μέλη της ομάδας του πάνω στην προσπάθεια να ελέγξουν τη φύση, πάνω στην εργασία δηλαδή.

Και η διαφορά με τα άλλα ζώα είναι ότι η εργασία αυτή γίνεται από ένα σημείο και μετά συνειδητή, οργανωμένη με συγκεκριμένο τρόπο, ανάλογα με την εποχή και με τα μέσα που διαθέτει κάθε φορά. Δεν δουλεύει δηλαδή μηχανικά ο άνθρωπος, δεν τον σπρώχνει μόνο το ένστικτο μηχανικά να βρεί την τροφή του. Αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, την ύπαρξή του και τις ανάγκες του. Κι αυτό γίνεται μόνο μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής ζωής.

Ο διαλεκτικός υλισμός είναι κι αυτός μια γνώση που προήλθε απ’ αυτή την αλληλεπίδραση ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι κάτι πιο βαθύ, κάτι πιο προχωρημένο από τότε που ο άνθρωπος π.χ. είχε αντιληφθεί την εναλλαγή νύχτας και μέρας. Έτσι γινόταν πάντα στην ιστορία του ανθρώπου και της κοινωνίας φυσικά. Όσο περνούν οι αιώνες, όλο και πιο αποτελεσματικά καλύπτει τις ανάγκες του ο άνθρωπος, καινούριες δημιουργούνται κι έτσι, μέσα σ’ αυτό το κυνηγητό ανάμεσα στους ανθρώπους και τις ανάγκες του, καινούρια πράγματα γεννιούνται, καινούρια εργαλεία, καινούριες γνώσεις.

Η φύση, η κοινωνία και η νόηση λοιπόν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και μεταβάλλονται σε σύνδεση το ένα με το άλλο. Η μεταβολή αυτή, οι γενικοί νόμοι που διέπουν τις μεταβολές αυτές και οι σχέσεις μεταξύ τους είναι το αντικείμενο του διαλεκτικού υλισμού.

 

10. Διαλεκτική (μέρος 5ο και τελευταίο)

Χέγκελ

Και τώρα, που τελειώσαμε τα χοντρά-χοντρά για το διαλεκτικό υλισμό θα μιλήσουμε λίγο για τον Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel 1770-1831) που είπαμε σε προηγούμενο ποστ, ότι θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης διαλεκτικής. Προσοχή: της διαλεκτικής μόνο. Ο Χέγκελ ήταν ο εισηγητής ας πούμε μιας πολύ μεγάλης φιλοσοφικής σχολής, του διαλεκτικού ιδεαλισμού, και απ’ αυτόν πήραν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς τη διαλεκτική.

Η Γερμανία, τότε μεταξύ 18ου και 19ου αιώνα ήταν κορυφαία στις θεωρητικές επιστήμες και τη φιλοσοφία. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο το 18ο και 19ο αιώνα η Γερμανία έβγαλε ίσως τους μεγαλύτερους φιλοσόφους που αυτά που είπαν επηρεάζουν τους φιλοσόφους μέχρι και σήμερα. Η Γερμανία τότε ήταν σαν την αρχαία Ελλάδα που έβγαλε τους θεμελιωτές της φιλοσοφίας και των επιστημών. Η εποχή εκείνη ήταν ταραγμένη, γινόντουσαν αναταραχές και επαναστάσεις εδώ κι εκεί με πιο σημαντική την μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Ήταν η εποχή που οι μεγάλες αυτοκρατορίες ήταν στα τελευταία τους μια και δεν μπορούσαν άλλο να υπάρχουν μ’ αυτή τη μορφή. Τότε άρχισαν να γίνονται τα σύγχρονα αστικά κράτη λίγο πολύ με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα, δηλαδή καπιταλιστικά.

Όταν γίνονται τέτοιες μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία αλλάζουν και τα μυαλά των ανθρώπων, και οι επιστήμες και η φιλοσοφία φυσικά, αλλά αυτά θα τα δούμε στο μέλλον.

Ο Χέγκελ την εποχή που έγινε φιλόσοφος, η φιλοσοφία είχε εξελιχτεί πολύ. Κι αυτό γιατί άλλαζε η κοινωνία, περνούσε σε ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης, τον καπιταλισμό.

Καντ

Ο πιο γνωστός μεγάλος πριν τον Χέγκελ ήταν ο Καντ. Τον Καντ τον εξέλιξαν ο Φίχτε κι ο Σέλλινγκ, άλλοι δυο μεγάλοι Γερμανοί φιλόσοφοι, που συμπλήρωσαν σε κάποια σημεία τον Καντ. Μην ξεχνάμε, όλοι αυτοί είναι ιδεαλιστές.

Ο Χέγκελ “πάτησε” πάνω στους Φίχτε και Σέλλινγκ και “ξεπέρασε” τον Καντ και παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο λογικό σύστημα φιλοσοφίας, τον διαλεκτικό ιδεαλισμό με απόψεις για τα πάντα: το κράτος, την κοινωνία, την ιστορία, τη γνώση, τη νόηση. Το πιο σημαντικό μέρος της φιλοσοφίας του ήταν η θεμελίωση της διαλεκτικής μεθόδου. Με απλά λόγια, ο Χέγκελ έδειξε πώς ακριβώς σκέφτεται το ανθρώπινο μυαλό, το πώς λειτουργεί η φύση, η σκέψη, όλα. Αυτό που τον έκανε ιδεαλιστή, ήταν ότι “πατούσε” πάνω σε όλη την κυρίαρχη ας το πούμε σκέψη των προηγούμενων εποχών θεωρούσε δεδομένο ότι υπάρχει θεός και δυνάμεις ανώτερες πνευματικές και τέτοια.

Ο Χέγκελ βέβαια σαν προοδευτικός που ήταν δεν έλεγε “θεός” αλλά “παγκόσμιο πνεύμα”. Αυτό ήταν το κοινό υπόστρωμα στα πάντα και την ύλη τη θεωρούσε κατώτερη, άψυχη, κατευθυνόμενη απ’ αυτό το παγκόσμιο πνεύμα. Που δεν πρέπει να το φανταζόμαστε έτσι, αλλά κάτι σαν τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων παντρεμένη με τους νόμους της φύσης, σε μια ενότητα που προϋπήρχε του ανθρώπου.

Φόιερμπαχ

Ο Χέγκελ είχε υποστηρικτές και μαθητές, “αριστερούς” και “δεξιούς”. Στους “αριστερούς” ήταν ο Φόιερμπαχ που το γύρισε στον υλισμό αλλά δεν τελειοποίησε τη φιλοσοφία του, είχαν μείνει κάποια ιδεαλιστικά στοιχεία απ’ το δάσκαλό του που δεν μπόρεσε να τα ξεπεράσει.

Μαρξ

Τότε ήταν που ήρθαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Αφού είδαν ότι ο ιδεαλισμός έχει άλυτα αδιέξοδα στο να εξηγήσει κάποια ιστορικά φαινόμενα κλπ. “αναποδογύρισαν” το σύστημα αυτό, το στήριξαν στα πόδια του, στην ύλη και το’ καναν διαλεκτικό υλισμό. Φυσικά, δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, έβγαλαν τα μάτια τους στο διάβασμα για να καταλάβουν την κοινωνία, τη φύση, τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Ιδιαίτερα ο Μαρξ που έκατσε και μελέτησε την πολιτική οικονομία και μέσα από κει είδε το πως διαμορφώνονται οι κοινωνίες με βάση το πώς παράγουν, έκανε πολύ μεγάλα βήματα στην υλιστική κατανόηση των πραγμάτων.

Και μετά απ’ αυτούς, μερικοί βοήθησαν στο να εξελιχτεί αυτό το φιλοσοφικό σύστημα. Σημαντικές υπηρεσίες προσέφερε ο Λένιν, ο ηγέτης της Οκτωβριανής Επανάστασης και των μπολσεβίκων. Αυτός μελέτησε κάποια φιλοσοφικά ρεύματα στις αρχές του 20ού αιώνα, ξεσκέπασε τις αδυναμίες τους, τις ασυνέπειές τους και τον κρυφο-ιδεαλισμό τους (Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, 1908).

Κι εδώ καταλήγουμε: είδαμε πώς λειτουργεί η διαλεκτική, μέσα από το σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση. Πώς ένα πράγμα έχει το ίδιο μέσα του την αιτία που θα το ανατρέψει και θα το μεταβάλλει σε κάτι άλλο. Είδαμε πώς και γιατί η ύλη είναι πιο μπροστά από το πνεύμα, αφού όλ’ αυτά που γεννάει το μυαλό μας είναι προϊόντα του υλικού εγκεφάλου μας.

Ένγκελς

Τι έγινε λοιπόν με τον ιδεαλισμό του Χέγκελ; ήταν τότε που ο ιδεαλισμός έπιασε κορυφή, στο υψηλότερο στάδιό του. Και τότε ο Μάρξ, τον αναποδογύρισε και τον μετέτρεψε σε κάτι άλλο, και μάλιστα στο ΑΝΤΙΘΕΤΟ του, τον (διαλεκτικό) υλισμό. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ που ήταν ένας εξελιγμένος ιδεαλισμός, είχε μέσα του το στοιχείο που τον ανέτρεψε: τη διαλεκτική!

Κι εδώ είναι το πιο σπουδαίο σχετικά με το διαλεκτικό υλισμό: είναι η μόνη θεωρία που ερμηνεύει τον εαυτό της! Για σκεφτείτε το λίγο. Ο διαλεκτικός υλισμός σαν εργαλείο, μας εξηγεί πώς και γιατί εμφανίστηκε ο διαλεκτικός υλισμός στην ιστορίας της φιλοσοφίας γενικά, κάτι που δεν μπορεί να το κάνει καμμιά άλλη φιλοσοφική ή επιστημονική θεωρία.

 

9. Τι είναι διαλεκτική (μέρος 4ο) «αναποδογύρισμα»

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της διαλεκτικής που θα εξηγήσουμε τώρα είναι το “αναποδογύρισμα”, η αντιστροφή. Πώς δηλαδή ένα πράγμα μετατρέπεται στο αντίθετό του.

Ποιός έφτιαξε ποιον;

Οι περισσότεροι από μας από μικροί, είχαμε (και φυσικά πολύς κόσμος ακόμα έχει) την εντύπωση ότι ο κόσμος φτιάχτηκε από κάποιον θεό. Δηλαδή μια πνευματική δύναμη που είναι ο θεός όπως τον ξέρουμε, έφτιαξε τον υλικό κόσμο με τη θέλησή του.

Με βάση το πώς εξηγήσαμε το τι είναι ύλη και πώς απ’ αυτή δημιουργήθηκε ο άνθρωπος και η συνείδησή του, φτάνουμε τελικά στο αντίθετο συμπέρασμα απ’ αυτό που είπαμε πριν: ότι δηλαδή, ο θεός είναι στην πραγματικότητα ένα δημιούργημα του ανθρώπινου μυαλού, υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι μας που είναι υλικό αντικείμενο. Άρα ο υλικός κόσμος (μια μορφή του) “έφτιαξε” το θεό.

Ένα άλλο παράδειγμα τώρα. Λέμε κάποιος άνθρωπος είναι κακός και σκοτώνει τον άλλον. Έχουμε δηλαδή μια κατάσταση που προ-υπάρχει (κάποιος είναι κακός) και εξαιτίας αυτού σκοτώνει, π.χ. για να κλέψει. Στην πραγματικότητα όμως, αν δούμε τα αίτια που οδηγούν κάποιον να σκοτώσει θα βρούμε πολύ πιο φυσιολογικές αιτίες απ’ το να πούμε αφοριστικά απ’ την αρχή “σκοτώνει γιατί είναι κακός”. Σκοτώνει και κλέβει επειδή δεν έχει να φάει. Σκοτώνει και κλέβει επειδή έχει χρέη, που τα δημιούργησε επειδή έπεσαν έξω οι δουλειές του, ή επειδή παρασύρθηκε σε έξοδα, ή επειδή τον ξεγέλασαν κλπ. Σκοτώνει και κλέβει επειδή θέλει πλούτη, δόξα και δύναμη γιατί όταν ήταν μικρός τον καταπίεζαν, πέρασε φτωχά και με στερήσεις κλπ. Προσοχή, δεν δικαιολογούμε αλλά αιτιολογούμε. Σκοτώνει επειδή είναι στον πόλεμο και πρέπει να υπερασπίσει τη ζωή του. Σκοτώνει γιατί δεν μπορεί να ελέγξει τα νεύρα του και την οργή του.

Και τα δυο είναι και αιτία και αποτέλεσμα

Το να σκοτώνεις στις κοινωνίες μας, είναι “κακό” επειδή αν όλοι σκοτώναμε έτσι για πλάκα, δεν θα λειτουργούσαν οι κοινωνίες μας. Το “καλό” και το “κακό” είναι ηθικοί κανόνες που τους φτιάξαμε, σαν ανθρωπότητα, γιατί έτσι εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντά μας. Άλλωστε το καλό και το κακό κάθε εποχή, αλλά και σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα διαφέρουν.

Το να σκοτώνεις λοιπόν, για οποιοδήποτε λόγο, είναι “κακό”. Οι αιτίες όμως που σε οδήγησαν να σκοτώσεις είναι άλλο πράγμα. Δεν μπορεί να είναι η αιτία το ίδιο το “κακό”, απλά το αποτέλεσμα είναι “κακό”. Να κι άλλο αναποδογύρισμα!

Προσέξτε όμως. Για να καταλάβουμε ποιο είναι πραγματικά το αίτιο και ποιο το αποτέλεσμα θα πρέπει να εφαρμόσουμε μια τακτική με το μυαλό μας: τη λέμε “ανάλυση”. Έχουμε ένα γεγονός. Το αναλύουμε συνεχώς, το κάνουμε “πενηνταράκια” όπως λέμε αλλά δεν μένουμε εκεί. Μετά το ξαναπιάνουμε, το ξανασυνθέτουμε το γεγονός και το βλέπουμε όπως ακριβώς ήταν στην αρχή, αλλά με την εξής διαφορά: τώρα το καταλαβαίνουμε πολύ πιο βαθιά, γιατί το “σπάσαμε” σε όσο πιο μικρά κομματάκια γίνεται, τα καταλάβαμε ένα-ένα και μετά, πάλι αρχίσαμε να το ξαναφτιάχνουμε το παζλ, σιγά-σιγά καταλαβαίνοντας την κάθε κίνησή μας, ώσπου να φτάσουμε στο αρχικό γεγονός πάλι. Το οποίο ίδιο είναι, αλλά τώρα το καταλαβαίνουμε πιο καλά, έχουμε μια πιο σφαιρική εικόνα στο μυαλό μας.

Είναι σαν τους πουαντιλιστικούς πίνακες, πίνακες δηλαδή που έκαμναν οι ζωγράφοι με εκατομμύρια μικρές κουκίδες χρώματος όπως αυτόν εδώ.

Από μακρυά άμα το δούμε βλέπουμε απλά έναν βαρκάρη. Άμα κοιτάξουμε πιο κοντά, θα δούμε τις εκατομύρια χρωματιστές κουκίδες. Αν πάμε πολύ κοντά, θα βλέπουμε τις κουκίδες αλλά δεν θα μπορούμε να δούμε το έργο σαν σύνολο. Αν απομακρυνθούμε τώρα πάλι, θα ξαναδούμε τον βαρκάρη όπως ήταν στην αρχή, αλλά πλέον θα ξέρουμε ότι είναι ένα αρμονικό πλήθος από κουκίδες. Και στην αρχή και στο τέλος, την ίδια εικόνα βλέπουμε αλλά στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε μια διαφορετική ποιοτικά αίσθηση. Η αιτία λοιπόν που βλέπουμε το βαρκάρη, είναι ότι υπάρχουν κάποια εκατομύρια κουκίδες που τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο. Ο βαρκάρης δηλαδή είναι το αποτέλεσμα αυτής της συγκεκριμένης τοποθέτησης των κουκίδων. Θα’ ταν χαζό να λέγαμε ότι ο βαρκάρης “αποτελείται” από κουκίδες λες και ο βαρκάρης είναι η αιτία… ύπαρξης των κουκίδων. Αντίστροφα, οι κουκίδες είναι η αιτία ύπαρξης του βαρκάρη.

Πολλά πράγματα στη ζωή, τα καταλαβαίνουμε πρώτα με τη γενική τους εικόνα που έχουμε γι’ αυτά. Αν μείνουμε μόνο μ’ αυτή την εικόνα, την αρχική εντύπωση, σημαίνει ότι δεχόμαστε μοιρολατρικά το πράγμα ή το γεγονός χωρίς να προσπαθούμε να το καταλάβουμε.

Όταν προσπαθούμε να το καταλάβουμε, το “σπάμε” -με το μυαλό μας πάντα- σε μικρά κομματάκια επειδή είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε πιο μικρά και πιο απλά πράγματα. Αν μείνουμε σ’ αυτά όμως κάνουμε λάθος, γιατί αυτά είναι μόνο μέσα στο μυαλό μας ενώ στην πραγματικότητα είναι συστατικά ολόκληρου του πράγματος, σαν όλο. Πρέπει λοιπόν τώρα να το ξανασυνθέσουμε, ή αλλιώς να συνδέσουμε με το μυαλό μας το σύνολο με τα κομματάκια του κι έτσι να το καταλάβουμε ολόπλευρα.

Από τα μικρά κομμάτια δεν φαίνεται το σύνολο

Επειδή έχουμε τη αρχική αίσθηση των πραγμάτων, έτσι όπως αντανακλώνται μες στο μυαλό μας, κάνουμε το λάθος να θεωρούμε την αρχική αίσθησή μας ως αιτία. Κι επειδή στη διαλεκτική δεν μιλάμε ΠΟΤΕ στατικά, το αρχικό αυτό πράγμα που είναι σε διαρκή κίνηση και μεταβολή, και σε αλληλεπίδραση με άλλα πράγματα, αν καταφέρουμε και τα λάβουμε όλα αυτά υπόψη, είμαστε πολύ κοντά στο να εξηγήσουμε καλύτερα την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο διαλεκτικός υλισμός.

Όσο προχωράμε στα ποστ, τόσο περισσότερο θα εξηγούμε αυτό το φαινόμενο της αντιστροφής.

Εδώ προσπαθούμε να τα εξηγήσουμε απλά. Όποιος θέλει να δυσκολευτεί περισσότερο, μπορεί να κοιτάξει στους παρακάτω συνδέσμους.

 

http://goo.gl/BEw9m

 

http://goo.gl/wrurv

 

8. Διευκρινήσεις για τη χρήση αφηρημένων εννοιών

Η διαλεκτική λοιπόν μας μαθαίνει ότι τα πάντα αλλάζουν, μεταβάλλονται κι αυτό γίνεται με συγκεκριμένο τρόπο: το κάθε πράγμα “ξεπερνάει” ας πούμε, την παλιά του κατάσταση και γίνεται κάτι καινούριο κάθε στιγμή, ώσπου να μετατραπεί στο εντελώς αντίθετό του ή τελωσπάντων σε μια κατάσταση που είναι εντελώς αντίθετη με την “αρχική”. Εδώ θα κάνουμε μια παύση και θα πούμε: δεν υπάρχει ποτέ απόλυτα αρχική και ποτέ απόλυτα τελική κατάσταση. Το αρχικό και το τελικό είναι έννοιες σχετικές και τις χρησιμοποιούμε γιατί μας διευκολύνει πολλές φορές στην κατανόηση κάποιων πραγμάτων. Κάθε τέλος είναι και μια αρχή και το αντίστροφο.

Όταν ένα πράγμα αλλάζει κάθε στιγμή, εδώ μπαίνει και το στοιχείο του χρόνου. Η μετάβαση ενός πράγματος από τη μια κατάσταση στην άλλη γίνεται μέσα σε κάποιο χρόνο.

Θα θυμηθούμε τώρα αυτά που είπαμε προηγούμενα για την ύλη. Είχαμε πει ότι η βασικότερη ιδιότητά της είναι η κίνηση, και μάλιστα ξεκαθαρίσαμε ότι θεωρούμε κίνηση κάθε μεταβολή της. Η κίνηση όπως απλοϊκά την καταλαβαίνουμε, κάποιο αντικείμενο μετακινείται απ’ το σημείο Α στο σημείο Β, είναι μεταβολή στο χώρο μεν, αλλά έχει και το στοιχείο του χρόνου καθώς απαιτείται κάποιος χρόνος, δεν πάει “απότομα”, ακαριαία απ’το Α στο Β. Αντίστοιχα, όταν ένα φυτό μετατρέπεται σε δέντρο, έχει κι αυτό το στοιχείο της μεταβολής στο χώρο, αφού καταλαμβάνει ας πούμε, περισσότερο χώρο.

Κάθε μεταβολή λοιπόν χρειάζεται απαραίτητα και το χώρο και το χρόνο για να γίνει κατανοητή. Όταν κάτι από μικρό γίνεται μεγάλο (ή και από μεγάλο γίνεται μικρό) αυτό μας δείχνει μια μεταβολή στην ποσότητα, π.χ. την ποσότητα του χώρου που καταλαμβάνει το δέντρο. Αλλά και η κίνηση μας δείχνει αλλαγή στην ποσότητα. Η απόσταση π.χ. είναι μια ποσότητα, η ενέργεια που ξοδεύτηκε είναι μια ποσότητα.
Αυτή η σταδιακή μεταβολή της ποσότητας στο τέλος μας οδηγεί σε κάτι καινούριο (π.χ. στο δέντρο) δηλαδή σε μια νέα ποιότητα. Ποσότητα και ποιότητα.

Εδώ τώρα θα κάνουμε μια δεύτερη παύση για να πούμε το εξής: η ύλη και η κίνηση, ο χώρος και ο χρόνος, η ποσότητα και η ποιότητα είναι αφηρημένες έννοιες. Δηλαδή είναι κάποιες ιδιότητες από τα πράγματα, που τις “αφαιρέσαμε”, τις απομονώσαμε σκόπιμα με το μυαλό μας για να καταλάβουμε τα κοινά που έχουν τα πράγματα μεταξύ τους. Επειδή μπορέσαμε και τις απομονώσαμε (μια και είμαστε αρκετά έξυπνοι για να το κάνουμε αυτό, έχουμε δηλαδή ικανότητα αφαιρετικής σκέψης) δεν σημαίνει ότι αυτές οι ιδιότητες μπορούν να υπάρχουν από μόνες τους. Εδώ πρέπει να δώσουμε πολύ προσοχή γιατί εδώ σχεδόν είναι όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του διαλεκτικού υλισμού.

Η κίνηση είναι μια λέξη. Λέμε το αυτοκίνητο κινείται. Δεν υπάρχει όμως ξεχωριστά η κίνηση από το αυτοκίνητο στην αντικειμενική πραγματικότητα. Μπορεί όμως να υπάρξει ξεχωριστά στο μυαλό μας. Γιατί άραγε; για δύο λόγους α) επειδή ο εγκέφαλός μας είναι αρκετά αναπτυγμένος για να λειτουργεί μ’ αυτόν τον τρόπο β) γιατί η ανάγκη να κατανοήσουμε και να ελέγξουμε τη φύση προς όφελός μας, μας ώθησε να βρούμε τις βασικές ιδιότητες της ύλης.

Προσέξτε, το ίδιο ισχύει και για τη λέξη “ύλη”. Είναι αφηρημένη έννοια κι αυτή και μάλιστα οι κλασικοί την όριζαν ως “φιλοσοφική κατηγορία” δηλαδή ως λέξη, ως έννοια. Δεν υπάρχει γενικά κι αόριστα ύλη στον πραγματικό κόσμο, υπάρχουν πράγματα, αντικείμενα, μόρια, άτομα, σωματίδια, άστρα, γαλαξίες, πλανήτες, τεχνητά κατασκευάσματα, ενέργεια, ηλεκτρισμός, φως, μικροκύματα. Όλ’ αυτά υπάρχουν στον κόσμο, έχουν παρατηρηθεί, έχουν εξακριβωθεί. Και τα λέμε όλα μαζί με μια λέξη “ύλη” επειδή ακριβώς υπάρχουν στον “έξω” κόσμο ανεξάρτητα αν τα ξέρουμε ή τα καταλαβαίνουμε ή όχι. Και ποιος ξέρει πόσα άλλα πράγματα υπάρχουν που δεν τα παρατηρήσαμε ακόμα.

Οι λέξεις που φτιάξαμε λοιπόν για να καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας, είναι ένας ελάχιστος κώδικας για να μπορούμε να συννενοηθούμε. Δεν πρέπει να αποδίδουμε αυτοτελή ύπαρξη στα νοήματα των λέξεων. Η πέτρα δεν έχει πουθενά μέσα της, στα μόριά της, στα άτομά της “γραμμένη” με κάποιο τρόπο την λέξη “πέτρα” στα… ελληνικά (και προφανώς ούτε και τη λέξη stone απ’ τ’ αγγλικά, ούτε κι από καμμιά άλλη γλώσσα). Υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι μας. Και είναι κι αυτή αφηρημένη έννοια γιατί τη χρησιμοποιούμε για να ορίσουμε όλες τις ξεχωριστές πέτρες του κόσμου, όπως αυτή που έχω στην τσέπη μου και μάζεψα από την ακτή.

Έτσι ο χώρος κι ο χρόνος. Είναι και αυτά ιδιότητες της ύλης, που έχουμε την τάση να τους δίνουμε αυτοτελή υπόσταση. Ο χώρος από εδώ ως εκεί είναι ένα κομμάτι της πραγματικότητας που ορίζεται από το “εδώ”, από δω που στέκομαι εγώ μέχρι το “εκεί”, μέχρι το δέντρο δηλαδή που θέλω να πάω να σταθώ στη σκιά του. Είναι λιγάκι πιο περίπλοκο απ’ αυτό το απλοϊκό παράδειγμα (θα το εξηγήσουμε μελλοντικά) αλλά ελπίζω να πιάσατε την ιδέα. Ο χώρος ορίζεται από τα πράγματα. Αν δεν υπήρχαν τα πράγματα δεν θα είχε να νόημα να ορίζαμε ένα χώρο που να μην έχει τίποτα. Μπορεί κάποιοι μαθηματικοί να ασχολούνται με τέτοιες έννοιες αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, πολύ ενδιαφέρουσα που θα τη δούμε.

Όμοια κι ο χρόνος. Το ρολόι μας είναι ένας μηχανισμός με δείχτες που γυρνάν γύρω-γύρω, είναι μια κατασκευή δηλαδή. Όταν ξεκουρδιστεί ή αδειάσει η μπαταρία σημαίνει απλά ότι τελείωσε ο «χρόνος» της μπαταρίας, ο χρόνος λειτουργίας της συσκευής. Όταν λειτουργεί, λειτουργεί με βάση κανόνες που ο άνθρωπος έφτιαξε στο κεφάλι του. Ο χρόνος είναι η αίσθηση που έχουμε όταν βλέπουμε γύρω μας τα πράγματα να μεταβάλλονται, η εναλλαγή μέρας-νύχτας, το φυτό που ποτίζουμε και γίνεται δέντρο, τα παιδιά που μεγαλώνουν και γίνονται έφηβοι. Αν δεν υπήρχαν όλ’ αυτά, δεν θα υπήρχαμε κι εμείς. Οπότε δεν θα υπήρχε και το μυαλό μας να σκεφτεί ότι μπορεί να υπάρχει χρόνος και χωρίς όλ’ αυτά. Ο χώρος, ο χρόνος, η κίνηση, η ύλη είναι μια αδιαίρετη ενότητα και δεν μπορεί να υπάρξει κανένα χωρίς τα υπόλοιπα. Στο μυαλό μας μπορεί, στον πραγματικό κόσμο όμως όχι.

7. Τι είναι διαλεκτική (μέρος 3ο)

Θέση, Αντίθεση, Σύνθεση. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η φύση, η ύλη, η σκέψη, η κοινωνία, όλα, το ξεκαθαρίσαμε αυτό. Θέλει όμως παραπάνω εξήγηση γιατί θα ρωτήσει κάποιος (και με το δίκιο του): Στο παράδειγμα με το φυτό που γίνεται δέντρο, ποιά είναι η θέση, ποιά η αντίθεση και ποια η σύνθεση;

Ας το δούμε λιγάκι λοιπόν. Έχουμε κάτι παλιό που εξελίσσεται, αλλάζει και γίνεται κάτι καινούριο. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η σύνθεση σ’ αυτή την περίπτωση είναι το αναπτυγμένο πλέον δέντρο, που είναι το τελευταίο στάδιο αυτής της διαδικασίας (και ασφαλώς το πρώτο στάδιο σε κάποια καινούρια διαδικασία, μη το ξεχνάμε αυτό. Τίποτα δεν τελειώνει έτσι).

Η θέση και η αντίθεση σ’ αυτό το παράδειγμα πώς προσδιορίζονται; Εδώ λοιπόν βάζουμε την έννοια των αντιθέτων. Τα αντίθετα πράγματα είναι αυτά που, όπως μας λέει η ελληνική γλώσσα αντι-τίθενται, είναι το ένα ενάντια στο άλλο. Ακούμε πολλά ζεύγη αντιθέτων συχνά: μέρα-νύχτα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, πάνω-κάτω, μέσα-έξω κ.ο.κ. Δυο καινούρια στοιχεία θα βάλουμε τώρα. Το πρώτο καινούριο στοιχείο είναι το εξής: ανάμεσα στα δύο αντίθετα, υπάρχουν κάποια ενδιάμεσα στάδια, π.χ. δεν διαδέχεται απότομα η νύχτα τη μέρα, ανάμεσα στο τελείως μαύρο και το τελείως άσπρο υπάρχουν διαβαθμίσεις του γκρι, ανάμεσα στο πάνω και το κάτω υπάρχει το μέσον κλπ. Το δεύτερο καινούριο στοιχείο είναι ότι υπάρχει ένα μοναδικό σημείο σ’ αυτά τα ενδιάμεσα στάδια που απότομα κάποιο πράγμα γίνεται το αντίθετό του, ή που κάποιο πράγμα μεταβαίνει στην αντίθετη κατάστασή του. Π.χ. μια πέτρα που πέφτει από “πάνω” γίνεται οριστικά “κάτω” όταν τη σταματήσει το έδαφος. Όλα τα ενδιάμεσα στάδια από το “πάνω” προς το “κάτω” τα λέμε αντιφάσεις. Αντίφαση έχουμε όταν ένα πράγμα ή μια κατάσταση, έρχεται σταδιακά σε σύγκρουση με τον εαυτό του/της ώσπου να μετατραπεί στο αντίθετό του/της.

Χέγκελ

Το φυτό λοιπόν που μεγαλώνει σιγά-σιγά, κάθε φορά προσπερνά την παλιά του κατάσταση κι έρχεται η στιγμή που “αρνείται” όπως λέμε τελείως την παλιά του μορφή και γίνεται δέντρο. Ή όπως έλεγε ο Χέγκελ, που είναι ο πατέρας ας πούμε της σύγχρονης διαλεκτικής, η διαλεκτική είναι η “άρνηση της άρνησης”. Το φυτό αρνείται κάθε στιγμή που μεγαλώνει την προηγούμενή του κατάσταση, ώσπου φτάνει να αρνείται όλες αυτές τις διαδοχικές αρνήσεις και γίνεται κάτι άλλο, δηλ. δέντρο. Στο φυτό μέσα, όπως και σε όλα τα πράγματα, επιδρούν κάποιες δυνάμεις (π.χ. ήλιος, νερό, θρεπτικά συστατικά στο χώμα) που δίνουν ώθηση σ’ αυτήν την αλλαγή.

Άμα το καλοσκεφτείτε, όλα τα πράγματα έτσι λειτουργούν. Καθετί αλλάζει και γίνεται κάτι άλλο, αρνείται δηλαδή τον παλιό του εαυτό. Διευκολύνεται η κατανόησή μας σ’ αυτό αν αντιλαμβανόμαστε όλα τα “πράγματα” που είναι μια στατική, συμπαγής λέξη, σαν “καταστάσεις” που είναι πιο ρευστή, πιο εύπλαστη λέξη.

Τα αντίθετα μεταξύ τους πράγματα στην πραγματικότητα είναι το ίδιο πράγμα που πάει απ’ το ένα άκρο στο άλλο, σαν εκκρεμές. Αυτό μας λέει λοιπόν ότι καθετί έχει μέσα του το αντίθετό του. Αυτό που θα δούμε λοιπόν στο επόμενο post είναι το “αναποδογύρισμα”, πώς κάτι μετατρέπεται στο αντίθετό του.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 39 ακόμα followers