7. Τι είναι διαλεκτική (μέρος 3ο)

Θέση, Αντίθεση, Σύνθεση. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η φύση, η ύλη, η σκέψη, η κοινωνία, όλα, το ξεκαθαρίσαμε αυτό. Θέλει όμως παραπάνω εξήγηση γιατί θα ρωτήσει κάποιος (και με το δίκιο του): Στο παράδειγμα με το φυτό που γίνεται δέντρο, ποιά είναι η θέση, ποιά η αντίθεση και ποια η σύνθεση;

Ας το δούμε λιγάκι λοιπόν. Έχουμε κάτι παλιό που εξελίσσεται, αλλάζει και γίνεται κάτι καινούριο. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η σύνθεση σ’ αυτή την περίπτωση είναι το αναπτυγμένο πλέον δέντρο, που είναι το τελευταίο στάδιο αυτής της διαδικασίας (και ασφαλώς το πρώτο στάδιο σε κάποια καινούρια διαδικασία, μη το ξεχνάμε αυτό. Τίποτα δεν τελειώνει έτσι).

Η θέση και η αντίθεση σ’ αυτό το παράδειγμα πώς προσδιορίζονται; Εδώ λοιπόν βάζουμε την έννοια των αντιθέτων. Τα αντίθετα πράγματα είναι αυτά που, όπως μας λέει η ελληνική γλώσσα αντι-τίθενται, είναι το ένα ενάντια στο άλλο. Ακούμε πολλά ζεύγη αντιθέτων συχνά: μέρα-νύχτα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, πάνω-κάτω, μέσα-έξω κ.ο.κ. Δυο καινούρια στοιχεία θα βάλουμε τώρα. Το πρώτο καινούριο στοιχείο είναι το εξής: ανάμεσα στα δύο αντίθετα, υπάρχουν κάποια ενδιάμεσα στάδια, π.χ. δεν διαδέχεται απότομα η νύχτα τη μέρα, ανάμεσα στο τελείως μαύρο και το τελείως άσπρο υπάρχουν διαβαθμίσεις του γκρι, ανάμεσα στο πάνω και το κάτω υπάρχει το μέσον κλπ. Το δεύτερο καινούριο στοιχείο είναι ότι υπάρχει ένα μοναδικό σημείο σ’ αυτά τα ενδιάμεσα στάδια που απότομα κάποιο πράγμα γίνεται το αντίθετό του, ή που κάποιο πράγμα μεταβαίνει στην αντίθετη κατάστασή του. Π.χ. μια πέτρα που πέφτει από “πάνω” γίνεται οριστικά “κάτω” όταν τη σταματήσει το έδαφος. Όλα τα ενδιάμεσα στάδια από το “πάνω” προς το “κάτω” τα λέμε αντιφάσεις. Αντίφαση έχουμε όταν ένα πράγμα ή μια κατάσταση, έρχεται σταδιακά σε σύγκρουση με τον εαυτό του/της ώσπου να μετατραπεί στο αντίθετό του/της.

Χέγκελ

Το φυτό λοιπόν που μεγαλώνει σιγά-σιγά, κάθε φορά προσπερνά την παλιά του κατάσταση κι έρχεται η στιγμή που “αρνείται” όπως λέμε τελείως την παλιά του μορφή και γίνεται δέντρο. Ή όπως έλεγε ο Χέγκελ, που είναι ο πατέρας ας πούμε της σύγχρονης διαλεκτικής, η διαλεκτική είναι η “άρνηση της άρνησης”. Το φυτό αρνείται κάθε στιγμή που μεγαλώνει την προηγούμενή του κατάσταση, ώσπου φτάνει να αρνείται όλες αυτές τις διαδοχικές αρνήσεις και γίνεται κάτι άλλο, δηλ. δέντρο. Στο φυτό μέσα, όπως και σε όλα τα πράγματα, επιδρούν κάποιες δυνάμεις (π.χ. ήλιος, νερό, θρεπτικά συστατικά στο χώμα) που δίνουν ώθηση σ’ αυτήν την αλλαγή.

Άμα το καλοσκεφτείτε, όλα τα πράγματα έτσι λειτουργούν. Καθετί αλλάζει και γίνεται κάτι άλλο, αρνείται δηλαδή τον παλιό του εαυτό. Διευκολύνεται η κατανόησή μας σ’ αυτό αν αντιλαμβανόμαστε όλα τα “πράγματα” που είναι μια στατική, συμπαγής λέξη, σαν “καταστάσεις” που είναι πιο ρευστή, πιο εύπλαστη λέξη.

Τα αντίθετα μεταξύ τους πράγματα στην πραγματικότητα είναι το ίδιο πράγμα που πάει απ’ το ένα άκρο στο άλλο, σαν εκκρεμές. Αυτό μας λέει λοιπόν ότι καθετί έχει μέσα του το αντίθετό του. Αυτό που θα δούμε λοιπόν στο επόμενο post είναι το “αναποδογύρισμα”, πώς κάτι μετατρέπεται στο αντίθετό του.

4 responses

  1. Παράθεμα: Τι είναι Διαλεκτική | Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

  2. Παράθεμα: Διαλεκτική | blackmediterraneanpirate

  3. γιατί υλιστικοί νόμοι?

    20/01/2013 στο 11:36 μμ

  4. Υπάρχουν δύο ειδών διαλεκτικές: η μία είναι οι δυναμικές ειδιότητες του ορθολογισμού,
    η διαλεκτική αυτή είναι αντιθετική και δεν είναι άλλο από έναν δυναμικό ορθολογισμό.
    Κατά την αντιθετική διαλεκτική, τα αντίθετα διαλέγονται μεταξύ τους χωρίς να παραβιάζουν τα όριά τους ή την ανεξαρτησία τους. Έτσι δεν παραβιάζονται και οι αρχές του ορθολογισμού που για να λειτουργεί θέλει κάπου στο βάθος του κόσμου του υπάρχουν κάποια καθαυτά έσχατα ανλλοίωτα στοιχειώδη, τα οποίο μπορούν ή δεν μπορούν να γίνουν γνωστά. Το γίγνεσθαι που έχει ως αποτέλεσμα η αντιθετική «διαλεκτική» διαδικασία λοιπόν, είναι φαινομενικό. Όπως αυτό που ευαγγελίζεται ο Χέγκελ, ο οποίος διακυρήσσει ότι «δεν μπορούν τα πράγματα να φέρουν την αδυναμία της αντίφασης αλλά είναι η νόηση που αντιφάσκει». Η αντιφατικότητα λοιπόν που αναδύεται από το έργο του Χέγκελ είναι μια συγκαλυμένη αντιθετικότητα που μάλιστα πάντα «αναλύεται» στην αντιθετική τριάδα του Φίχτε «θέση-αντίθεση-σύνθεση». Αυτή η περίφημη τριάδα της διαλεκτικής δεν αντιτίθεται στον ορθολογισμό αλλά είναι ένα σχήμα που πάντα κρυφά ή φανερά υπάρχει μέσα του. Αν κάποιος εισέλθει βαθιά μέσα στον αρχαίοελληνικό ορθολογισμό θα διαπιστώσει ότι αυτός ο ορθολογισμός περιλαμβάνει αυτού του είδους τη διαλεκτική καί μέσα από τους πλατωνικούς διαλόγους αλλά και μέσα από την αριστοτελική ορθολογική αντίληψη. Άρα η αντιθετική διαλεκτική όντας ουσιαστικά ιδεαλιστική, αφού στο βλαθος του κόσμου δέχεται αιώνια αναλλοίωτα στοιχειώδη, είναι φαινομενική δηλαδή δεν είναι αληθινή διαλεκτική.
    Από την άλλη υπάρχει η αντιφατική διαλεκτική, όπου τα αντίθετα διαλέγονται χωρίς να αφήνουν απαραβίαστα όρια μεταξύ τους συνιστώντας αντιφατικές ενότητες.
    Η διαλεκτική αυτή γεννήθηκε στη προσωκρατική ιωνία και ξεκίνησε από τις αντιλήψεις του Αναξίμανδρου πέρι της καταλυτικοσυνθετικής διαδικασίας της ύπαρξης του απείρου,
    του κόσμου και του Γίγνεσθαι, και της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών. Στη συνέχεια ο Ηράκλειτος όλοκλήρωσε τη διαλεκτική ορίζοντας τον Αντιφατικό Λόγο που περιλαμβάνει ως μια ενότητα μέσα του το Είναι το Νοείν το Λέγειν και το Πράτειν και τελικά ο Ζήνων με τις παρατηρήσεις του και τα παράδοξά του που υπονομεύουν την εγκυρότητα του ορθολογισμού «κλήδωσε» την υπόθεση της διαλεκτικής μέσα στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Από τον τρόπο ορισμού της διαλεκτικής από τους Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο και Ζήνωνα αναφαίνεται ότι η διαλεκτική και το γίγνεσθαι ως αληθινά και όχι φαινομενικά, δε μπορεί να είναι ιδεαλιστική αλλά υλοζωική. Αυτοί δεν νοιώθουν την ανάγκη να δίνουν αναφορά στον Πλάτωνα ούτε στο χριστιανισμό αφού δεν τους ήξεραν, ούτε μπορούσαν να φανταστούν τη διαστρφή της σκέψης τους περί ιδεατού κόσμου, κι έτσι ότι πρότειναν αφορούσε το γίγνεσθαι της Ύλης ως ζώσας.

    Προτείνω τους αγαπητούς διανοητές περί τη διαλεκτική να σκύψουν με προσοχή στους προσωκρατικούς που ανάφερα γιατί απλοποιούνται και καταλίγουν στον ορθολογισμό.
    Ο Ηράκλειτος π.χ. ποτέ δεν είπε την ρήση: τα πάντα ρεί. Αυτό είναι κάτι που δεν τον χαρακτηρίζει απόλυτα, εξ’άλλου σ’αυτό δεν έχει αντίρηση ούτε ο ορθολογισμός. Όταν ο ορθολογισμός ισχυρίζεται ότι «κάτι πρέπει να είναι ταυτόν με τον εαυτό του», μπορεί να δέχεται ότι αυτό αλλάζει όντας ο εαυτός του, λαμβανόμενο ευκαιριακά ως ταυτό με τον εαυτό του. Ο Ηράκλειτος ισχυρίζεται ότι: «στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δε μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε» και την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, σκορπάνε-μαζεύοντας, καταλύονται-συντιθέμενα» αφού υπάρχουν γιατί το αείζωον πύρ (ενέργεια) περνά συνεχώς μέσα τους. Με τον τρόπο αυτό καταλύονται-σντιθέμενα, όντας Όμοια μα Άλλα συγχρόνως.

    Αυτό είναι κάτι που αποδέχεται και ο Μπώμ: Στην κβαντομηχανική και στην θεωρία των πεδίων το κινούμενο υπόκειται σε συνεχεις καταστρφές και ανασυνθέσεις, έτσι που καταλύεται-συτιθέμενο.

    Για περισσότερες πληροφορίες περί μιας αντιφατικής διαλεκτικής μπορεί ο ενδειαφερόμενος να δει τις αναρτήσεις μου περί Διαλεκτικής στο thodoroskavasis.blogspot.gr

    12/12/2015 στο 11:42 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s